Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

to bristle


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο bristle παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: to
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bristles npl(brush: stiff filaments)τρίχα ουσ θηλ
 Clean the mat using a brush with wire bristles.
 Καθάρισε το χαλί χρησιμοποιώντας μια βούρτσα με συρμάτινες τρίχες.
bristles npl(man: stubble, whiskers)γένια ουσ ουδ πλ
 (κατά λέξη)κοντά και άγρια γένια φρ ως ουσ ουδ
 His bristles were scratchy when he kissed me.
 Τα γένια του με έγδαραν, όταν με φίλησε.
bristles npl(animal hair) (κοντό, τραχύ)τρίχωμα ουσ ουδ
  τρίχες ουσ θηλ πλ
 Boars have long, stiff bristles.
 Οι αγριόχοιροι έχουν μακριές, σκληρές τρίχες.
bristles npl(plant: stiff fibre) (μεταφορικά)τρίχες ουσ θηλ πλ
 The stalks of courgette plants have bristles.
 Οι μίσχοι του κολοκυθιού έχουν τρίχες.
bristle vi(animal: stiffen hairs) (μεταφορικά)φουντώνω ρ αμ
  σηκώνονται οι τρίχες μου περίφρ
 The cat bristled whenever someone approached it.
 Η γάτα φούντωνε όποτε την πλησίαζε κάποιος.
bristle vifigurative (react with annoyance)θυμώνω ρ αμ
 (μεταφορικά)αγριεύω, φουντώνω ρ αμ
 (μεταφορικά)βγάζω νύχια έκφρ
 She bristled when I suggested she hadn't done her share.
 Θύμωσε όταν είπα πως δεν έχει κάνει αυτό που της αναλογεί.
bristle with [sth] vtr phrasal insepfigurative (react with: irritation, offence) (μεταφορικά)αφηνιάζω από κτ ρ αμ + πρόθ
  φουντώνω από κτ ρ αμ + πρόθ
 Victoria bristled with indignation at the suggestion that she had lied.
bristle with [sth/sb] vtr phrasal insepfigurative (be full of)είμαι γεμάτος κπ/κτ έκφρ
  είμαι γεμάτος από κπ/κτ έκφρ
 (καθομιλουμένη)είμαι τίγκα σε κπ/κτ έκφρ
 The town square is bristling with tourists.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση to bristle στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «to bristle».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!